ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

A B C D E F G I J K L M O P Q R S T U V W X Y Z
        Η κουλτούρα της τέχνης capoeira, διακρίνεται από ένα τεράστιο και ιδιαίτερο γλωσσάριο. Πρόκειται για λέξεις, προτάσεις ή εκφράσεις που επιτρέπουν μια πολύ "ιδιαίτερη" επικοινωνία όσο, και κατά συνέπεια, "ιδιωτική ", θα λέγαμε, ανάμεσα σε capoeiristas και επίδοξους μιμητές. Γνωρίζουμε ότι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς, και συγχρόνως πολύπλοκος, ανάμεσα στις ανθρώπινες υπάρξεις είναι δικαίως η δυναμική της επικοινωνίας και έκφρασης μεταξύ ατόμων της ίδιας κοινωνικής ομάδας. Κάθε εποχή, όπως και κάθε περιοχή, είχε και έχει δικούς της τρόπους και μορφές έκφρασης και επικοινωνίας, σαν ένα είδος διαλέκτου. Θα περιγράψω στη συνέχεια  ΚΑΠΟΙΕΣ από τις αμέτρητες λέξεις, προτάσεις, και εκφράσεις που υπήρξαν ή και που υπάρχουν ακόμη στον κόσμο της capoeira.
Κάποιες από τις λέξεις που παρουσιάζονται εδώ έχουν πλέον εξαλειφθεί , ή χρησιμοποιούνται από capoeiristas μιας συγκεκριμένης μόνο περιοχής, εποχής ή ύφους. Υπάρχουν ωστόσο άλλες που είναι σημερινές και γι' αυτό παραμένουν άγνωστες στους παλιότερους capoeiristas.  


 
 
 
 
 
 
A
AÇO - (άσο =ατσάλι, σύρμα) - καλώδιο βγαλμένο από λάστιχο αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, για να φτιαχτεί ένα μπιριμπάου. Επίσης μπορεί να σημαίνει μαχαίρι.

ÁGUA DE BEBER - (ά'γκουα ντε μπε'μπέρ = πόσιμο νερό) - καθάριο νερό, νερό καλής ποιότητας.

ALTO DA SINAGOGA - (άλτο ντα σινα'γκό'γκα =κορυφή της συναγωγής) - Ρίο ντε Ζανέϊρο 19ος αιώνας. Η έκφραση αυτή σήμαινε πρόσωπο.

ANGOLEIRO - (Ανγκολέϊρο=Αγκολέζος) - capoeirista που εφαρμόζει μόνο την capoeira Αγκόλα. Πιστός στις παραδόσεις, στις βάσεις, στις δεξιότητες και στις διαδρομές αυτής της πρότασης.

AQUINDERRÊ - (ακιν'ντερρέ)  - Ζήτω ο βασιλιάς μου, ζήτω ο Θεός μου.

APARELHO MASTIGANTE - (απαρέλιο μαστι'γκάν'τε =μασητικό σύστημα)  - έκφραση που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στο Ρίο ντε Ζανέϊρο το 19ο αιώνα. Σήμαινε "στόμα".

AXÊ - (ασέ) - θετική ενέργεια, δύναμη, δόνηση που προέρχεται από το "αστρικό επίπεδο"



 
B

BANDO - (μπάν'ντο) - ομάδα

BANGUELA - (μπανγκέλα) - έτσι ονομάζουν κάποιοι capoeiristas τον χτύπο της μπανγκέλα.

BANHO de FUMAÇA - (μπάνιο ντε φουμάσα) - έκφραση του 19ου αιώνα  (Capoeira του Ρίο ντε Ζανέϊρο), σήμαινε πέσιμο - γλίστρημα.

BARULHO - (Μπαρούλιο) - ήχος, θόρυβος, επίσης μπορεί να σημαίνει καβγάς, φασαρία.

BATERIA - (Μπατέρια =μπάντα) - είναι η ένωση των οργάνων σε σύνολο με τους μουσικούς.

BATIZADO - (Μπατιζά'ντο) - Τελετουργικό που δημιουργήθηκε από το mestre BIMBA, ο αρχικός στόχος του οποίου ήταν η επίσημη εισαγωγή του αρχάριου στον κόσμο της capoeira.
BENGUELA - (Μπενγκέλα) - Περιοχή της Αφρικανικής ηπείρου. Στην capoeira της περιοχής της Μπαΐα είναι ένα ειδικό παίξιμο του BERIMBAUS που υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο είδος αγώνα.

BEROTEIRO - (Μπεροτέϊρο) - capoeirista που εμφανίζεται σε rodas, σε σεμινάρια και γεγονότα γενικά για να  κάνει ''ώπα - ώπα'', δεν εκπαιδεύει, δεν συμμετέχει, θέλει μόνο να βγάλει φωτογραφίες διάσημων δασκάλων, αντιγράφει ''κινήσεις'' για ταινίες, dvd, και  ακόμα κι έτσι  θέλει   να έχει ενεργό φωνή.

BOCA DA RODA -  (Μπόκα ντα χό'ντα = στόμιο της roda) -  Μέρος απ' όπου αρχίζει ο αγώνας, γενικά απέναντι από τα όργανα.

BOCA DE ESPERA - (Μπόκα ντα εσπέρα = στόμιο αναμονής) - Μέρος απ' όπου αρχίζει ο αγώνας, γενικά απέναντι από τα όργανα. Επίσης υποδηλώνει τον capoeirista που δεν εκτελεί πολλές κινήσεις, περιμένοντας έτσι καταλληλότερη ευκαιρία για να ρίξει κάτω ή να βρει το στόχο του στον σύντροφό του/αντίπαλο στον αγώνα.

BUMBA MEU BOI - (Μπούμ'μπα μέου μπόϊ) -  ένα είδος φολκλορικού χορού πολύ συνηθισμένου σε κάποια μέρη της Βορειοανατολικής Βραζιλίας. Στην capoeira κάποιες ομάδες εκτελούν ένα είδος αγώνα περισσότερο αποκομμένου όπου οι ίδιοι το χαρακτηρίζουν ως bumba meu boi.


C

CABAÇA - (κα'μπάσα)  - ηχείο του BERIMBAUS.
CABECEIRO - (Κα'μπεσέϊρο = κεφαλή) - πεπειραμένος capoeirista, που γνωρίζει κόλπα και καμώματα, ή ακόμη, εξπέρ σε κεφαλιές.
CABRA - (κά'μπρα =κατσίκα) - συνηθισμένη έκφραση στη Βορειοανατολική Βραζιλία. Σημαίνει άνθρωπος, κάποιος.
CAIR NO AÇO - (καΐρ νο άσο =πέφτω στο μαχαίρι) - Σύμφωνα με το mestre BIMBA ήταν όταν ο αρχάριος αγωνιζόταν για πρώτη φορά στο παίξιμο του μπιριμπάου, όπως επίσης μπορεί να σημαίνει πιάνω το μαχαίρι.
CAMARÁ, CAMARÁDINHO,CAMÁRADA - (Καμρά, καμαρα'ντίνιο, καμαρά'ντα =σύντροφος) - φίλος, συνεργάτης, σύντροφος, ή ακόμη κάποιος βέβαιος ή αβέβαιος.
CAMDOMBLÊ - (καμ'ντο'μπλέ) - ιθαγενής θρησκευτική λατρεία κάποιων περιοχών της Αφρικανικής ηπείρου. Στη Βραζιλία επίσης είναι γνωστό ΥΠΟΤΙΜΗΤΙΚΑ ως ΜΑΚΟΥΜ'ΜΠΑ που, κάποια ανενημέρωτα άτομα, το συγχέουν με τη ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ.
CAMPOS DE MANDINGA - (κάμ'πος ντε μαν'ντίνγκα) - "μπορεί να είναι ο χαρακτηρισμός" που έχει δοθεί στις rodas της capoeira που είναι συντονισμένοι με τα τελετουργικά, τις παραδόσεις και τα θεμέλια της τέχνης capoeira. Και συνεπώς δεχόταν το σεβασμό και την παρουσία capoeiristas υψηλής υπόληψης και "οντότητες" γενικά.
CASA NOVA - (κάζα νόβα =καινούργιο σπίτι) - αρχάριος, καινούργιος μαθητής, με ελάχιστη εμπειρία.

CHAMADA PARA O PASSO A DOIS - (Σαμά'ντα πάρα ο πάσο α ντόις = κάλεσμα για πέρασμα ανά δυο) - χαρακτηριστική διαδικασία που σχετίζεται με το σύστημα της capoeira (της) Αγκόλα. Γνωστό επίσης και ως "chamada de ben??o" (Σαμά'ντα ντε μπενσάο)  ή απλώς "Σαμά'ντα ".  Χάνεται κανείς στα μαθηματικά νούμερα αν προσπαθήσει να καθορίσει  αυτήν τη διαδικασία. Μια πολύ αφελής απόπειρα, θα σήμαινε τη στιγμή της ρήξης της δυναμικής του αγώνα,  πράξη που πραγματοποιείται από έναν από τους παίκτες, αντικείμενο της οποίας είναι να μπορεί να ποικίλει πολύ, ανάλογα με κάθε δοξασία, φιλοσοφία, ή γνώση πάνω στο θέμα.

COBRA CRIADA - (κό'μπρα κριά'ντα =μεγαλωμένη κατσίκα) - έμπειρος capoeirista, που είδε και έζησε πολλά καλά και κακά πράγματα.

COMPRA DE JOGO - (κόμ'πρα ντο ζό'γκο = αγορά του αγώνα) - το να μπαίνεις με έναν από τους παίκτες , ερχόμενος για να τον αντικαταστήσεις.

CORDA, ou CORDÃO -(κόρντα ή κορντάο) - Μοναδική παράσταση και αποκλειστικά συμβολική των υπαρχουσών φάσεων εκμάθησης μεταξύ αρχαρίων έως και του υπέρτατου βαθμού, που είναι ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ,  ή ακόμη ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ. Αυτό το σύστημα δεν υφίσταται στην πρόταση της  capoeira (της) Αγκόλα, ούτε και σε αυτή της περιοχής της Μπαΐα. Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ BIMBA χρησιμοποιούσε μαντίλια (λεπτοϋφασμένα από μετάξι), και μετάλλια, ως ενδεικτικά των φάσεων εκπαίδευσης των μαθητών του.
CULTURA - (κουλτούρα) - Είναι το σύνολο των πρακτικών, θεωρητικών, επιστημονικών, φιλοσοφικών, λαϊκών κλπ., γνώσεων  που μπορούν να μεταδοθούν επίσημα ή ανεπίσημα από γενιά σε γενιά..



D
DÊNDE - (Ντέν'ντε) - καρπός του ελαιοφοίνικα απ' όπου εξάγεται το φοινικέλαιο. Λάδι που χρησιμοποιείται πολύ στη μαγειρική της Μπαΐα. Το να έχεις φοινικέλαιο στην τέχνη-capoeira, είναι να έχεις πανουργία, να έχεις καλά και στέρεα θεμέλια, γνώση, ενεργό εμπειρία, αίσθημα και έκφραση στο να αγωνίζεσαι και να τραγουδάς μεταξύ άλλων καλών ιδιοτήτων.

DESTEMIDO - (Ντεστεμί'ντο =τολμηρός) - γενναίος, θαρραλέος.

DOBRAO - (Ντο'μπράο) - Νόμισμα 40 ρεαλίων  που χρησιμοποιούταν  για παίζουν το BERIMBAUS, στις μέρες μας είναι μικρά κομμάτια από μέταλλο που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.



F
FACA DE PONTA - (φάκα ντε πόν'τα = μυτερό μαχαίρι) - επικίνδυνος capoeirista.

FERRO DE ENGOMAR - (φέxο ντε ενγκομάρ = σίδερο σιδερώματος) - Σίδερο σιδερώματος ρούχων.

FERRO DE FURAR - (φέxο ντε φουράρ = σίδερο για τρύπημα) - μαχαίρι

FILOSOFÍA - (φιλοσοφία) - Λήμμα ελληνικής προελεύσεως που σημαίνει ΦΙΛΟΣ - ΣΟΦΙΑ, φίλος της σοφίας. Το να έχεις φιλοσοφία σημαίνει να πιστεύεις και να ακολουθείς μια καθορισμένη εικόνα σκέψεων και συμπεριφορών.

FINALIZAR ou FINALIZACAO - (φιναλιζάρ ή φιναλιζασάο = λήγω ή λήξη) - το να τελειώνεις έναν αγώνα, με απότομο τρόπο ή  ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ χρησιμοποιώντας τεχνικές του ζίου-ζίτσου.

FIRMA - (φίρμα = ακίνητος) - Στο Ρίο ντε Ζανέϊρο του 19ου αιώνα, σήμαινε  ''ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ''.

FUNDAMENTOS - (φουν'νταμέν΄τος = βάσεις) - το να έχεις μια βάση,  να κατέχεις γνώση, το να ακολουθείς μια φιλοσοφία, μια παράδοση.


E

ENTRADAS - (εν'τρά'ντας = είσοδοι) - Εισαγωγή των κινήσεων.

G
GOGÓ DE OURO - (γκογκό ντε όουρο = χρυσό λαρύγγι) - καλός τραγουδιστής.

GUNGA - (γκούνγκα) - μπιριμπάου με βαθύ ήχο, λέγεται επίσης και μπέχι μπόϊ. Θεωρείται "ηγέτης της μπάντας".

GUERREIRO - (γκεxέϊρο = πολεμιστής) - γενναίος, θαρραλέος, σκληρά αγωνιζόμενος, δεν εγκαταλείπει έναν σκληρό αγώνα, ανεξάρτητα αν βρίσκεται σε πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, όπου και να διεξάγεται, εναντίον οποιουδήποτε και να είναι.

 

I

IAIÁ - (ιαιά) - Υποκοριστικό του , σινιά (κυρία), σενιορίνια (δεσποινίς), σινιαζίνια, ΙΑΙΑ. Πιστεύεται ότι έτσι φώναζαν οι Αφρικανοί σκλάβοι, είτε αυθόρμητα, είτε υποχρεωτικά, τις λευκές κυρίες της εποχής της δουλείας στη Βραζιλία.

IÉ - (γιέ) - επιφώνημα που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να τραβήξει την προσοχή, ή για να ξεκινήσει μια ladainha, , ή ακόμη να σταματήσει ή να τερματίσει μια roda.
IOIÓ - (ιοιό) - το αυτό με το προηγούμενο εφαρμοζόμενο στο αρσενικό φύλο.

IÚNA - (ιούνα) - πουλί της Βραζιλιάνι8κης πανίδας, επίσης παίξιμο της capoeira της περιοχής της Μπαΐα, που όπως λέγεται, ήταν " μίμηση " του κελαηδήματος του πουλιού.


O

ORIGINAL - (οριζινάου) - προέρχεται από τη λέξη origem (καταγωγή), κάποιος ή κάτι που ακολουθεί μια καθορισμένη συνήθεια ή συμπεριφορά, διατηρώντας τις βάσεις από τις οποίες προήλθε αυτό.
ORIXÁ - (ορισά)- ORI= κεφάλι X?= αυτό που είναι πάνω από το κεφάλι. Ορισμός για τους Αφρικάνικους θεούς.

 
 

J

JOGO ARROCHADO - (ζό'γκο αχοσά'ντο =τολμηρό παιχνίδι) - Σκληρός αγώνας, μπορεί να είναι βίαιος από κάθε άποψη, όπως μπορεί και να είναι αντικειμενικός σε αυτό που εννοείται ως αντικειμενικό χωρίς την ανάγκη βίας ή, φυσικής, ηθικής, και ακόμη ψυχολογικής, εξόντωσης κάποιου βέβαιου ή αβέβαιου.

JOGO DE COMPADRE ou COMADRE - (ζό'γκο ντε κομ'πά'ντρε ή κομά'ντρε = παιχνίδι του κουμπάρου ή της κουμπάρας) - φιλικός αγώνας, όπου κανένας δεν  "πιέζει" ή δεν "χτυπάει" κανένα.
JOGO DE CROCODILO - (ζό'γκο ντε κροκο'ντίλο = παιχνίδι του κροκοδείλου)  - Ψεύτικος αγώνας.

JOGO DE DENTRO - (ζό'γκο ντε ντέν'τρο = παιχνίδι από μέσα) - μπορεί να είναι ο ορισμός για έναν αγώνα που διεξάγεται κοντά στον αντίπαλο, όπως μπορεί να είναι και ένας αγώνας που διεξάγεται στο έδαφος.

JOGO DE FORA - (ζό'γκο ντε  φόρα = παιχνίδι από έξω) μπορεί να είναι ο ορισμός για έναν αγώνα που διεξάγεται σε μεγαλύτερη απόσταση ή ακόμη ένα ψηλό παιχνίδι.

 
K

KATINGUELÊ - (Κατινγκελέ) - νεαροί capoeiristas (αρχάριοι) που πηγαίνουν αντιμέτωποι με τις "μάλτας" προκαλώντας τις αντίπαλες ομάδες.


 

M
MACACO - (μακάκο) - το 19ο αιώνα σήμαινε αστυνομικός, αστυνομία, όχι μόνο στο Ρίο ντε Ζανέϊρο , αλλά και σε κάποιες πόλεις της βορειοανατολικής Βραζιλίας.

MALANDRAGEM - (μαλαν'ντρ΄ζεμ =απατεωνιά) - εμπειρία, οξυδέρκεια στις διαπραγματεύσεις, στη συμπεριφορά με τον κόσμο, με τις καθημερινές καταστάσεις.  Είναι ο capoeirista όλο τεχνάσματα και επιτηδειότητα. Μπορεί στις μέρες μας η λέξη να σημαίνει  ΛΗΣΤΕΙΑ, κοντολογίς,  είναι δυο διαφορετικά πράγματα,  ή τουλάχιστον ήταν.
MALTAS - (μάλτας) - ομάδες capoeiristas.

MALICIA - (μαλίσια = πονηριά) - προέρχεται από τη ρίζα "μαλ" (κακό). Μαλίσια χαρακτηρίζεται από μένα ως η ικανότητα να "εμπλέξουμε" ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων σε μια κατάσταση της αρεσκείας μας δίχως αυτό ή αυτά να το καταλάβουν. Είναι σαν να κρύβουμε τις πραγματικές μας προθέσεις πίσω από ένα χαμόγελο, από ένα μορφασμό προσώπου και κλπ....
MALICIOSO - (μαλισιόζο =πονηρός) - αυτός που χαρακτηρίζεται από μαλίσια.

MANDINGA - (μαν'ντίνγκα) - περιοχή της Δυτικής Αφρικής που διαρρέεται από τους ποταμούς ΝΙΓΗΡΑ, ΣΕΝΕΓΑΛΗ και ΓΚΑΜΠΙΑ.  Όπου πιστεύεται ότι σε αυτές τις περιοχές υπάρχουν εξαιρετικοί μάγοι. Η Μαντίνγκα χαρακτηρίζεται από μένα σαν το  "μυστικό" πάνω σε κάτι που όλοι οι άνθρωποι κρύβουμε μέσα μας. Μπορεί ακόμη να περικλείει μια δευτερεύουσα σημασία βέβηλο - θρησκευτική. Εν κατακλείδι είναι περίπλοκο θέμα που εγείρει συζητήσεις. Περίπλοκο λόγω του ενδεχόμενου να εισέλθουμε σε θρησκευτικά ή μυστικιστικά χωράφια, εγείρει δε συζητήσεις λόγω της ενδεχόμενης σύγκρουσης θρησκευτικών πεποιθήσεων.

MANDINGUEIRO - (Μαν'ντι'γκέϊρο) - Capoeirista, γνώστης "πραγμάτων και πραγμάτων", πεπειραμένος και εξπέρ.

MELADO - (Μελά'ντο) - Στο Ρίο ντε Ζανέϊρο του 19ου αιώνα, έκφραση που σήμαινε και μέχρι τις μέρες μας σημαίνει αίμα.

MOLEJO - (μολέζο) - Είναι μια ιδιαίτερη ικανότητα που κάθε άτομο πρέπει να βάλει σε κίνηση το σώμα του, είτε περπατώντας, " gingando ", εκτελώντας μια κίνηση, κλπ.

 

P

PÉ DA CRUZ - (πε ντα κρούζ  = πόδι του σταυρού) - μέρος απ' όπου μπαίνει κανείς στον ανθρώπινο κύκλο.

PÉ DO BERIMBAU - (πε ντο μπεριμ'μπάου = πόδι του BERIMBAUS) - το αυτό με το προηγούμενο.

PATÚA - (πατούα) - Θα ήταν ένα αντικείμενο (φυλαχτό), ή ένα μικρό πουγκί με "μυστικά"  αντικείμενα μέσα, που κάποια άτομα κουβαλούν μαζί τους και που πιστεύουν ότι αυτά τα αντικείμενα κατέχουν μαγικές ιδιότητες ή, ότι αυτό μπορεί να τους προστατέψει από το κακό μάτι που τους φθονεί, μεταξύ άλλων κακών λιγότερο ή περισσότερο σοβαρών, ότι το φυλαχτό αυτό τους γλιτώνει από δυσάρεστες καταστάσεις.

PENEIRACAO - (Πενεϊρασάο) - Το 19ο αιώνα, ετοιμασία για αιφνιδιασμό. 

PIABA - (πιά'μπα) ένα ψάρι, επίσης έτσι λεγόταν ένας capoeirista χωρίς αξία.

PULA MOITA - (πούλα μόϊτα = πηδά χαμόκλαδο) - όποιος ζει, ξεκόβοντας από την ομάδα, ως mestre

 

S
SANTA MARIA - (Σαν'τα Μαρία) - Αγία Μαρία, , μητέρα του Ιησού. στην capoeira είναι η ονομασία ενός ειδικού παιξίματος του BERIMBAU.

SALTADOR - (σαλτα'ντόρ) - Capoeirista που κάνει μόνο ακροβασίες.

SARDINHA - (σαρ'ντίνια = σαρδέλα) - ξυράφι.

SAO BENTO - (Σάο Βέν'το -Άγιος Βενέδικτος) - Άγιος της Ρωμαϊκής Αποστολικής Καθολικής εκκλησίας που σύμφωνα με κάποιους είναι προστάτης κατά των τσιμπημάτων των φιδιών. Στην capoeira είναι η ονομασία ενός ειδικού παιξίματος του BERIMBAU που υποδιαιρείται σε μικρό São bento και σε μεγάλο são bento της Αγκόλα (capoeira [της] Αγκόλα). São bento  περιφερειακό, (capoeira της περιοχής της Μπαΐα).

SAROBA - (σαρό'μπα)- σάπιο ξύλο. Λένε κάποιοι ότι είναι ένα είδος γρασιδιού που από το τόσο ελάττωμα δεν χρησιμεύει ως τροφή για κανένα είδος ζώου. Στην τέχνη capoeira, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι υποτιμητικός, χρησιμεύει για να περιγράψει έναν capoeirista χαμηλού επιπέδου ως προς την τεχνική, με ελάττωμα, και χωρίς κανένα υπόβαθρο, ή ακόμη για να προβεί κανείς σε διάκριση κατά κάποιου capoeirista που δεν συμμερίζεται την ίδια πρόταση (στυλ) της capoeira.

SENTIDO NELE(a) - (σεν'τι'ντο νέλε/νέλα = προσοχή σε αυτόν/΄ην) - το να δίνεις προσοχή σε αυτόν (-ήν). 

SOLTA A MANDINGA - (σόλτα α μαν'ντίνγκα = ελευθέρωσε τη Μαντίνγκα) - αποκαλύπτει τα μυστικά του, κάνει τα κόλπα του.

SOLTA O JOGO - (σόλτα ο ζό''γκο = ελευθέρωσε το παιχνίδι ) - κινείται, κάνει περισσότερες κινήσεις.

 

R
RODA ABERTA - (χό'ντα α'μπέρτα = ανοιχτή roda) - οποιοσδήποτε capoeirista μπορεί να συμμετάσχει.

RODA QUENTE - (χό'ντα κέν'τε = καυτή roda) - ζωηρή roda, της οποίας  η δυναμική στρέφεται περισσότερο σε αγώνες μάχης.

REGIONAL - (χεζιονάου = περιφερειακός) - προέρχεται από τη λέξη região (χεζιάου = περιοχή), στην capoeira το λήμμα περιφερειακός, αναφέρεται σε ένα καθορισμένο σύστημα διδασκαλίας και εκμάθησης που εμφανίστηκε στην Μπαΐα στα μέσα  της δεκαετίας του '30 και δημιουργήθηκε από το mestre BIMBA.


 
T
TABARÉU - (τα'μπαρέου) - άτομο από τις ΒΑ περιοχές της χώρας. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός πολλές φορές εκλαμβάνει υποτιμητική δευτερεύουσα σημασία.

TÁ NA FEBRE - (τα να φέ'μπρε = καίγεται στον πυρετό) - σκέφτεται μόνο την capoeira, μιλάει μόνο για capoeira 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. 

TÁ NA PILHA - (τα να πίλια)- έχει πολλή ενέργεια, πολλή διάθεση.

TOMA SENTIDO - (τόμα σεν'τι'ντο) - προσέχει, κρατιέται.

TOMAR RÉ - (τομάρ χε)- περνάς πίσω, πιέζεσαι, γελοιοποιείσαι στον κύκλο.

TORRE DE PENSAMENTO - (τόχε ντε πενσαμέν'το - πύργος σκέψεως) - κεφάλι  (19ος αιώνας)

TRADIÇÃO - (τρα'ντισάο-= παράδοση) - σύνολο συμπεριφορών που στην πρακτική ακολουθούν μια συγκεκριμένη συνήθεια για χρόνια,  δεκαετίες μέχρι και αιώνες, ερχόμενες έτσι να διαφυλάξουν μια κουλτούρα δίχως να την αποχαρακτηρίζουν, μη επιτρέποντας έτσι αυτή να χαθεί στο χρόνο.

TRAIRA - (τράιρα) - Ένα ψάρι. Επίσης μπορεί να υποδηλώσει έναν προδότη. Δεν πρέπει να το συγχέομε με τον διάσημο mestre Τράϊρα. (Αιωνία του η μνήμη)

TROCAR - (τροκάρ = αλλάζω)  - μπορεί να σημαίνει γνώση, ή διεξαγωγή σκληρού αγώνα.

TURISTA - (τουρίστα) - κάποιος που εμφανίζεται μόνο για εκπαίδευση, κάπου-κάπου.

 
V

VADIAR, VADIAGEM - (βατζιάρ, βατζιάζεμ = περιπλανιέμαι, περιπλάνηση) - η πράξη του να παίζεις capoeira. Μπορεί αυτή η ορολογία να χρησιμοποιηθεί και με υποτιμητική σημασία, μια και η περιπλάνηση προϋποθέτει άτομο που αποστρέφεται την τίμια εργασία και, κατά συνέπεια, διάγει αμφίβολο βίο.

VISITANTE - (βιζιτάν'τε =επισκέπτης) - capoeirista από άλλη ομάδα.

VOLTAR AO MUNDO - (βολτάρ αο μόυν'ντο =γυρνώ τον κόσμο) - βαδίζω γύρω από τη roda με φορά αντίθετη ή ίδια με τους δείκτες του ρολογιού.